"Οπούς – Μεγάλη Αράχωβα – 
Κάστρο Αγίου Γεωργίου στην Τραγάνα Πέρσαινας"

Γράφει ο Σοφιανός Α.Νικολόπουλος ή Γκάρλας

 (Συνταξιούχος Μαθηματικός)

Πριν πολλά χρόνια δεν υπήρχε ούτε πόλις ούτε χωριό στην περιοχή της Φολόης. Υπήρχαν μόνον ερείπια της πόλεως Λασιών στην θέση «Κούτι» στο Κούμανι, η Θραυστός ή Θραιστός στην θέση «Παλιοβρέστα» των Μηλεών, η Οπούς στην «Τραγάνα» της Πέρσαινας, το Άλιον ή Αλείσιο ή Αλεσιαίο στην θέση «Χώρα» του Γουμέρου και ψάχνω για το Ευπάγιον. Όλες αυτές καθώς και την Ψωφίδα στα Τριπόταμα και Ολύμπια τις κατάστρεψε και λεηλάτησε ο Αλάριχος αρχηγός των Γότθων.

Για τις Οπούντα και Θραυστό είχα γράψει στις εφημερίδες «Πέρσαινα» και «Μηλιώτισσα» το 1999. Μόνον θα προσθέσω ότι ο Πίνδαρος έγραψε «επί αμοιβή» 14 επινίκιες ωδές για να πανηγυρίσει τα κατορθώματα λαμπρών νικητών της Ολυμπίας. Απ΄ αυτές ο Θ΄ είναι αφιερωμένος στον Εφάρμοστο τον Οπούντιο.

Και τώρα στα ενδιαφέροντα θέματά μας. Σε όσα βιβλία και εγκυκλοπαίδειες ψάχνω, οι παλιοί ιστορικοί δεν έβλεπαν ότι κάτι θα είναι επάνω σ΄ εκείνα τα «ζωνάρια» που φαίνονται από το Κρυονέρι, από το Χελιδόνι, από τον κάμπο του Πελοπίου, το Στρέφι, το Σμύλα, την Παλιομπαρμπάσαινα, την Κρεμαστή κ.λ.π.; Αν δεν μπορούσαν ν΄ ανέβουν τα ζωνάρια γιατί δεν πήγαιναν γύρω-γύρω από το Γούμερο ή από Πέρσαινα;

Μάλλον ήσαν αδιάφοροι. Την περιοχή εκείνη την ξέρω πολύ καλά γιατί από 10 χρονών έβοσκα πρόβατα και γίδια, επελέκαγα και εμάζευα πεύκες. Εκοιμώμουνα στις σπηλιές, όπου για στρώμα επάνω στην άμμο είχα ψύλιθρα, για μαξιλάρι τον αγκώνα και σκέπασμα το σάϊσμα και εκτός από την φωτιά την νύκτα με ζέσταιναν και τα κάτουρα των γιδιών….

Την ημέρα έβλεπα τους Λαγκαδιανούς κτίστες που έσπαγαν τις μεγάλες τετράγωνες πέτρες και τις κουβαλούσαν στο Γούμερο για να φτιάξουν τα σπίτια των νέων οικογενειών. Εκεί που ήταν το νεκροταφείο της πόλεως Οπούς ήσαν πολύ πυκνά τα πεύκα και μόνον γιδοπρόβατα περνούσαν. Ίσως πιο παλαιά νάβρισκαν και άλλα αντικείμενα όπως αγγεία, σιδηρικά κ.λ.π. Πάντως τα χωράφια γύρω – γύρω ήσαν γεμάτα κεραμίδια. Όταν όμως πρόσφατα κάηκαν τελείως όλες οι πεύκες, οπότε οι βροχές παρέσυραν ό,τι μπορούσαν, κάποια τσοπάνα από το Γούμερο έπεσε σε τρύπα που ήταν τάφος με πιθάρια, σιδηρικά κ.λ.π. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία Ολυμπίων έχει τώρα και δύο χρόνια δουλειά με τις ανασκαφές εκεί.

Ας περάσουμε στο θέμα μας. Ο Φλωρέντιος το 1294 θέλοντας να εξασφαλίσει τα σύνορά του από τους Βυζαντινούς του Μυστρά, χτίζει το κάστρο του Αγίου Γεωργίου που ισαπέχει από δύο άλλα Κάστρα γειτονικά. Προφανώς εννοεί του Γουμέρου και Αράκλωβου.

Αλλά τα ίδια γράφει και το «Γαλλικόν Χρονικόν» που στην συνέχεια μας πληροφορεί πως ήταν ένα ισχυρό φρούριο μπροστά σ΄ ένα όμορφο χωριό, τη Μεγάλη Αράχωβα. Να λοιπόν και η Μεγάλη Αράχωβα που ακόμη την ψάχνουν «οι εγγράμματοι». Μόνον να μην μπερδέψουμε την Μεγάλη Αράχωβα με την Αράχωβα Βοστίτσας (Αιγίου), Αράχωβα Καλαβρύτων, Καρύταινας, Κορίνθου, Πάτρας και Χρύσαφας. Το «Ελληνικόν Χρονικόν» δεν αναφέρει τίποτε, αφού η διήγησή του τελειώνει στο 1292, δηλαδή δύο χρόνια ενωρίτερα.

Το «Γαλλικόν Χρονικόν», όπως αναφέρει ο Αδαμαντίου, καταγράφει τα ονόματα πολλών αρχοντικών οίκων των Σκορτών και κάποιων απλών ανθρώπων. Οι άρχοντες όχι μόνον υποκινούσαν το λαό σε εξέγερση, αλλά έπαιρναν κι΄ αυτοί οι ίδιοι ενεργό μέρος. Ο προύχοντας Κορκόνδιλλος είχε αφαιρέσει από τους Γάλλους το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου κι΄ ο κυρ Λέων Μαυρόπαπας ετέθη αρχηγός ενός τμήματος εκατό Τούρκων στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Στον Θ΄ τόμο, σελίδα 254, Εκδοτικής Αθηνών, διαβάζουμε: «Το 1296 ένας τοπικός άρχοντας ο Κορκόνδυλος από τη Μεγάλη Αράχωβα για να εκδικηθεί και αυτός την προσβολή που του έκανε στο πανηγύρι των Βερβένων ο Girard de Remy κατέλαβε με την βοήθεια του γαμπρού του Άννινου και του Λέοντος Μαυροπαπά το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου».Την πληροφορία αυτή επισημαίνουν και ο Αδαμαντίου και Κολονάρος ως εξής: «Στις 9 Μαρτίου 1320 ημέρα Τρίτη, ο εκ Πατρών Νικολούκος παρέδωσεν εις τον ανεψιόν του Ασσάνην το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου των Σκορτών».Το Κάστρο αυτό είχε κτίσει ο πρίγκιπας Φλωρέντιος το 1294, τρία χρόνια πριν πεθάνει και δεν πρέπει να θεωρηθεί μικρό επίτευγμα η κατάληψη και η παράδοσή του στο Βυζαντινό Διοικητή του Μυστρά. Έτσι για τρίτη φορά, μέσα σε λίγα χρόνια, είχε αυτό περάσει ξανά στα χέρια των Βυζαντινών. Εν τω μεταξύ ο Πρίγκιπας Γουλιέλμος συμμετείχε στη μάχη κατά του Κορανδίνου στο Τολιοκότσο, στην Απουλία, υποτελής του ρήγα Κάρολου. Οργάνωσε ο ίδιος την επίθεση, νίκησαν τον Κορανδίνο, τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν. Κι΄ ενώ γιορτάζουν με τον Κάρολο τα επινίκια στην Νεάπολη, έπειτα από επιθυμία του Ρήγα, οι Ρωμιοί ξανάρχισαν τις μάχες στα Σκορτά κατά των Φράγκων. Έτσι εξαναγκάστηκε να επιστρέψει βιαστικά στην Ανδραβίδα, όπου έστειλε το Βαρόνο της Καρύταινας μέχρι την άκρη των Σκορτών, να τιμωρήσει τους εξεγερθέντες. Στη Μεγάλη Αράχωβα αυτός αρρώστησε ξαφνικά από κοιλιακό νόσημα (από το πόσιμο νερό) και πέθανε.

Ο Φλωρέντιος πεθαίνει ξαφνικά στις 23 Ιανουαρίου 1297, η Ισαβέλλα, η Φραγκορωμιά πριγκίπισσα, χήρα στα 37, παντρεύτηκε το 1301 τον Φίλιππο της Σαβοϊας ή Σαβαυδικό που είχε τα μισά χρόνια της, ενώ αυτή ήταν 41. Και ενώ οι κάτοικοι των Βυζαντινοκρατούμενων περιοχών του Μοριά, έβλεπαν την αναταραχή και την ακαταστασία των Φράγκων στο Πριγκιπάτο και συμμερίζονταν τη θέση των συμπατριωτών τους, πολλά έλπιζαν από το δραστήριο νέο διοικητή τους Ανδρόνικο Παλαιολόγο Ασάν ή Ασάνη (ήταν γιος του εκθρονισθέντος τσάρου των Βουλγάρων Ιωάννου Γ΄ Ασάν, ενώ η μάνα του, αδελφή του αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου). ΄Ηταν ένας δραστήριος και πολυμήχανος άνθρωπος που χρημάτισε έξι ολόκληρα χρόνια διοικητής του Μυστρά.

Η Αρκαδία καθώς τώρα είχε πέσει στα χέρια του, ήταν ένα φυσικό οχυρό. Αρχικά το 1320 επιτέθηκε κατά του Κάστρου του Αγίου Γεωργίου στα Σκορτά. Οι Φράγκοι αμύνθηκαν σθεναρά, αλλά δεν μπόρεσαν να το κρατήσουν και στις 9 Σεπτεμβρίου του 1320 παραδόθηκαν.

Ο Νίκολας (επίσκοπος Ωλένης) 4 χρόνια νωρίτερα, το 1316 συνεξεστράτευσε με το βάϊλο του Μοριά, Frederico Trogisio, για την ανάκτηση του Κάστρου του Αγίου Γεωργίου των Σκορτών και στη μάχη που έγινε έχασε το αυτί του και πιάστηκε αιχμάλωτος από τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο Ασάνη το 1321.

Ο Βάϊλος Φρειδερίκος ντε Τρουά, δεν γνωρίζει την πτώση αυτού του Κάστρου και έρχεται σε βοήθεια. Ο Ασάνης μόλις το πληροφορήθηκε, μεταχειρίστηκε ένα τέχνασμα: Γέμισε τα τείχη του Κάστρου με σημαίες του Ιωάννη ντε Γκραβίνα, δείχνοντας έτσι πώς αυτό, δεν έπεσε κι΄ ότι κρατάει ακόμα. Όταν πλησίασε στο Κάστρο ο Ντε Τρουά με τους Φράγκους του, ένα μέρος από τους Έλληνες που βρισκόταν έξω από αυτό, έδειξαν πώς υποχωρούσαν, ενώ οι άλλοι μέσα περίμεναν. Ο Βάιλος Τρουά προχώρησε ανυποψίαστος. Τότε δέχτηκε την επίθεση από τους μέσα κι΄ από τους έξω από το Κάστρο, ‘Ελληνες. Μπροστά στον διμέτωπο αυτό αγώνα, ετράπηκε σε άτακτη φυγή με τρομαχτικές απώλειες. Πολλοί νεκροί Φράγκοι έπεσαν σ΄ αυτή τη μάχη, ενώ αρκετοί τραυματίες και αιχμάλωτοι συνελήφθησαν από τους Βυζαντινούς. Ανάμεσα σ΄ αυτούς ήταν και ο επίσκοπος της Ωλένης Ιάκωβος και ο μέγας Κοντόσταυλος Βαρθολομαίος Γκίζι που ήταν ο αρχηγός του ιεροπολεμικού Τάγματος των Ιωαννιτών.

Ο Ασάνης στη συνέχεια προσπάθησε να καταλάβει και τα Κάστρα της Άκοβας και της Καρύταινας κι΄ αφού δεν μπόρεσε το πέτυχε εξαγοράζοντας τους φρουράρχους τους, για να τα έχει ως ορμητήρια στην κατάλληλη στιγμή. Η ξαφνική απώλεια των τριών αυτών κάστρων καθώς και του Πολύφεγγου, προκάλεσε σύγχυση και αμηχανία στους Φράγκους. ΄Ετσι από τις δώδεκα βαρωνίες που είχαν αυτοί αρχικά στον Μοριά, έχουν μείνει τώρα στα χέρια τους μόνον τέσσερες: Της Πάτρας, της Χαλανδρίτσας, της Βοστίτσας (Αιγίου) και της Βελιγοστής. ΄Ολες οι άλλες έχουν περάσει στα χέρια των Βυζαντινών. Ο Βάϊλος ντε Τρουά μετά το πάθημά του στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου από τον Ασάνη και σειρά άλλων ατυχιών του αντικαταστάθηκε από τον Λικάριο Γκουϊντάσσο που στις ημέρες της εξουσίας του σημειώθηκε κάποια μορφή ειρηνικού ξεσηκώματος βαρώνου και λαού.

Για να μην πολυλογώ άλλο, γράφω ότι η βενετσιάνικη κατοχή στον Μοριά κράτησε 28 χρόνια, από το 1687 έως το 1715.

Ακόμη γράφω ότι μετά την παράδοση των Κάστρων της Ρούμελης στους Τούρκους, τότε πάμπολλοι κάτοικοι της Ρούμελης κατέφυγαν στον Μοριά. Διάβασα πολλά ονόματα: Μεταξύ αυτών ξεχώρισα δύο, τον Γιάννη Στασινό και τον Νικολό Κάνγκαλο με την μάνα του. Μήπως λοιπόν, ο Γιάννης Στασινός ήταν ο παππούς ή ο πατέρας του πολεμιστή το 1821 και πήρε όλη την περιουσία στην Βάγενα, στου Σέρρι, στου Μπακογιώργη και εγκατεστάθηκε εκεί που τα βρήκε ερείπια, επειδή οι ΄Ελληνες έφυγαν για την Ιταλία και Ζάκυνθο; Πάντως ξέρουμε ότι τα χωριά που υπήρχαν τώρα ήταν το Γούμερο, το Χελιδόνι, η ΄Ωλενα και το Κατάκωλο που σχεδόν ερήμωσαν κι΄ αυτά (ο Πύργος δεν υπήρχε ακόμη).

΄Εχω γράψει σε παλιά εφημερίδα ότι ο Αγάς από του Λάλα, συγκέντρωσε για φορολογικούς λόγους όλα τα χωριουδάκια που έγιναν ύστερα, όπως το Σερελή στου Σέρρι, η Αγία Παρασκευή στου Τσισμαήλη, η Πέρσαινα στην Βίλια, το Ξυβούνι στην Κοκκορύκια και το Αρβανόκαστρο στην Μελισίτσα, να συγκεντρωθούν στην Παλαιά Πέρσαινα.

Σαν πρώτος, λοιπόν, κάτοικος του χωριού ο Γιάννης Στασινός, εδιάλεξε την καλύτερη τοποθεσία να φτιάξει το σπίτι του, με θέα και να «βλέπει» όλο το χωριό. Συνάμα έφερε και τον Μητρώνη, τον παππού του Κώστα του Μήτρου, που έχω ακούσει ότι ήταν από τη Ρούμελη, του έδωσε και περιουσία στου Σέρρι και αλλού γιατί τον έκανε συγγενή.

Από την άλλη μεριά ο Κάνγκαλος επήρε την περιουσία του άλλου Κάστρου του Αράκλωβου ή Αρβανόκαστρου στην Μελισίτσα και Σοτύρου (όχι Σωτήρου). Από εκεί μαζί με 5 άλλες οικογένειες ήλθαν στην Πέρσαινα, όπου ο Κάνγκαλος έκανε κι΄ αυτός το καλύτερο σπίτι στο κέντρο του χωριού. Μάλλον θα βρήκαν πολλά χρήματα στην Μελισίτσα, γιατί στις αρχές του 1950 έφυγαν από την Πέρσαινα για τον ΄Αγιο Γεώργιο του Πύργου, όπου αγόρασαν τεράστια περιουσία.

Επανέρχομαι στον Στασινό για να γράψω ότι μας τα χαλάει το παρατσούκλι που έχουν «Σείριος» που σημαίνει πανέξυπτος, αστέρι λαμπερό, γι΄ αυτό έχουμε και άστρο «Σείριος». Επίσης και το Βυζίκι Αρκαδίας έχει ως επώνυμα πολλούς «Σύριους» και Συριόπουλους, Στασινούς και Στασινόπουλους, που λέγεται ότι κατέβηκε ο Στασινός από τα μέρη της Αρκαδίας.

Όμως το μεγάλο πρόβλημά μου είναι γιατί δεν διατηρήθηκε η ονομασία «Μεγάλη Αράχωβα» ή μόνον «Αράχωβα». Η Πέρσαινα έχει 15 τοποθεσίες με πρώτο συνθετικό την λέξη «άρα», όπως «Αρακώστα» ή στο τέλος όπως «Παλιάρα».

Θα προφθάσω να μάθω την αλήθεια επί των ημερών μου; Γιατί δεν βλέπω κανένας άλλος να συνεχίσει τις προσπάθειές μου.

Σοφιανός Νικολόπουλος
τ. Καθηγητής Μαθηματικών