ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΕΣ


ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΠΕΡΣΑΙΝΑ

    Ανάλογα με την έκταση , τα προϊόντα που παράγει ο τόπος και τις γενικές δραστηριότητες των ανθρώπων της , η Πέρσαινα ,ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 το δεύτερο χωριό στην Ηλεία σε οικονομική ανάπτυξη. Αυτό το έλεγε ένας δικός μας άνθρωπος ,ένας Περσαιναίος που τίμησε τον τόπο που γεννήθηκε και δεν ήταν άλλος από τον μακαριστό Χρήστο Ζαχ. Καλογερόπουλο, ο Χριστόδουλος όπως σε εμάς τους Περσαιναίους ήταν πιο γνωστός, ο οποίος έφθασε σε ‘Υπατα αξιώματα της Ελληνικής Δικαιοσύνης.

 

Σε έκδοση δε ,υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων, για τους πιο σημαντικούς ΄Ελληνες της χρονιάς του έτους 1976,η φωτογραφία και το βιογραφικό του σημείωμα κοσμούσαν τις σελίδες της, αναφέροντας το χωριό μας.

 

Τα λεγόμενα του Χριστόδουλου για το χωριό μας είχαν βάση ,γιατί από την θέση που τότε κατείχε (Συμβούλιο Επικρατείας), εγνώριζε στοιχεία που το κατέτασσαν στην σειρά που προανέφερα. Πράγματι , οι Περσαιναίοι τον καιρό εκείνο ,αλλά και μερικά χρόνια αργότερα, ήσαν πολύ εργατικοί και δημιουργικοί,σε σημείο τέτοιο ώστε να αποκαλούνται από τους κατοίκους των γύρω χωριών και από κρατικούς Αξιωματούχους του Νομού μας (Νομάρχη-Δασάρχη) Σκούρκοι , δηλαδή οι δραστηριότητες και η εργατικότητά των επαρομοιάζοντο με τα μαύρα και μεγαλόσωμα έντομα τους Σκούρκους, που δεν κάθονται ούτε στιγμή στην διάρκεια της ημέρας.

 

Τα βιβλιάρια καταθέσεων στις Τράπεζες του Πύργου άνοιγαν το ένα μετά το άλλο και τα πρώτα αγορασμένα από Περσαιναίους γεωργικά μηχανήματα (τρακτέρ) έκαναν την εμφάνισή τους ,αντικαθιστώντας έτσι τα « τρακτέρια» που ερχόντουσαν από την Αχλαδινή του Λάλα και κυρίως από την Ανδραβίδα του Φανού.Ο νέος τρόπος καλλιέργειας με τα τρακτέρ αφορούσε τα χωράφια της Κάπελης ,που οι Περσαιναίοι από το έτος 1950 και μετά άρχισαν σιγά-σιγά να «διώχνουν» από αυτήν τους παλαιούς ιδιοκτήτες της Μηλιώτες και Δουκαίους, ώστε σήμερα τα όρια του χωριού μας να είναι πέρα από τον Αϊ Γιώργη(Κάπελης)και μια ανάσα από την Γιάρμενα.

 

Έτσι, τα δεκατέσσερα τετραγωνικά χιλιόμετρα εκτάσεως , που είχε η Πέρσαινα κατά την απογραφή του 1971, να έχουν υπέρ διπλασιασθεί και σήμερα να θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής σε εδαφική περιφέρεια.

 

Στα παλιά χωράφια ,όπως είναι γνωστό , το όργωμά τους γινόταν με τον πανάρχαιο, τον παραδοσιακό τρόπο ,αυτόν του αλετριού με τα άλογα ή ότι ζευγάρι ζά είχε η κάθε οικογένεια .Σ’ εκείνον τον τρόπο καλλιέργειας έβλεπες την μαστοριά ,την τέχνη ,την αγάπη και πάνω απ’ όλα τον σεβασμό που έτρεφαν οι Περσαιναίοι προς την γη ,που δίνει τα πάντα για την επιβίωση όσων η ίδια εγέννησε. Ο ζευγάς ή ζευγολάτης ,όργωνε το χωράφι με το ξύλινο και αργότερα το σιδερένιο αλέτρι και πίσω του οι γυναίκες (συνήθως)με την αξίνα ή τον κασμά ,ίσιωναν τις αυλακιές σκεπάζοντας τον σπόρο και ομορφαίνοντας το όργωμα.Αναβόλα χέρσα δεν έβλεπες , όχθο απεριποίητο πουθενά ,ως και οι άγονες λάκες και ρεματιές είχαν την σωστή φροντίδα των συγχωριανών μας. Γιά τα περιβόλια τους δεν γίνεται λόγος ,αφού σ’ αυτά από τον Μάϊο μέχρι τον Οκτώβριο αφιέρωναν αρκετό χρόνο πότε σκαλίζοντας και φυτεύοντας, πότε ποτίζοντας και τέλος ,στην εποχή τους ,έπαιρναν τους καρπούς των .

 

Οι δρόμοι προς τα χωράφια είχαν και αυτοί την «χάρη» τους ,παρά τις διάφορες εδαφικές ανωμαλίες ήσαν ευκολοδιάβατοι . Αυτό είχε επιτευχθεί με δύο τρόπους . Ο πρώτος τρόπος ήταν η προσωπική εργασία , όπως έλεγαν τον θεσμό αυτόν ,δηλαδή κάθε άνδρας του χωριού έπρεπε μέσα σ’ ένα χρόνο να προσφέρη εργασία σε κοινωφελή έργα της κοινότητος ,μερικά μεροκάματα , δέκα έξι και μετέπειτα δώδεκα, εάν θυμάμαι καλά. Οι εργασίες αυτές εγίνοντο πάντοτε Κυριακές , όπου μετά την Λειτουργία κτυπούσε η μεγάλη καμπάνα ,καλώντας τους χωριανούς στην προσωπική εργασία τους . Με αξίνες ,κασμάδες, τσεκούρες, φτυάρια, κασιάρες και ό, τι άλλο εργαλείο ήταν χρήσιμο, ξεκινούσαν για το μέρος του δρόμου που έπρεπε να επισκευαστή . Ο δεύτερος τρόπος και ουσιαστικός ήταν το ατομικό ενδιαφέρον του κάθε Περσαιναίου για τον δρόμο που οδηγούσε στα χωράφια του , που τον έφτιαχναν πολλές φορές μόνοι τους. Έτσι οι ίδιοι και τα ζωντανά τους περνούσαν από τους δρόμους με σιγουριά ,με ασφάλεια.

 

Καταλαβαίνετε τώρα γιατί τους Περσαιναίους ,τα χρόνια εκείνα ,τους αποκαλούσαν Σκούρκους. Δεν είχαν ησυχία πουθενά ,πότε στα χωράφια , πότε στις πεύκες, στ’ αμπέλια , στα καμίνια, αλλά και στην Αμαλιάδα για τις δουλειές της σταφίδας.

 

Όμως τα χρόνια περνούν και η ζωή κυλά γρήγορα, σαν το νεράκι της παλαιάς βρύσης στου Κροσπήλιου στο παλαιό χωριό, εκεί που άλλοτε ήταν η μεγάλη Αριά ,που παίρνει τον κατήφορο και βιάζεται να φτάση γρήγορα στον προορισμό του ,που δεν είναι άλλος από την θάλασσα στο Κατάκολο. έτσι και οι γενιές εκείνες των Περσαιναίων ,των δουλευταράδων Περσαιναίων ,που η γήετρόμαζε όταν στα χέρια τους έπιαναν τον κασμά ή την αξίνα, έφυγαν από την ζωή ,έκλεισε ο κύκλος τους ,αφήνοντας δε ,όπως σήμερα φαίνεται, μεγάλο κενό στον τόπο μας.

 

Πέρα από την συγγενική αγάπη και την απουσία από τις οικογένειές τους , είναι φανερό ότι λείπουν από τα χωράφια, τα περιβόλια, τις ελιές και από τους δρόμους . τους δρόμους που εκείνοι περιδιάβαιναν. Στα χρόνια τους δεν έβλεπες κλάρες και βάτα στους δρόμους , έτοιμα να σου βγάλουν τα μάτια περνώντας.

 

Ο δρόμος προς το παλαιό χωριό ,έγινε στις αρχές του έτους 1950, με κασμάδες και αξίνες , δηλαδή με πολύ κόπο και ιδρώτα. Λίγα χρόνια μετά ήλθε η μπο(υ)λτόζα και τον διαπλάτωσε, από τότε μέχρι σήμερα παρέμεινε σχεδόν ο ίδιος ή σε μερικά σημεία έγινε «χειρότερος». Τούτος ο δρόμος είναι η ζωή του χωριού , είναι ο πλούτος μας, αφού αυτός οδηγεί σε μεγάλο μέρος των κτημάτων μας. Έχει αφεθεί στο έλεος του χρόνου και ιδιαίτερα της βροχής , κανένας δεν «φιλοτιμείται» με μια κασιάρα, μ’ ένα βατοκόπι να κόψη τα βάτα στην Μεγάλη Βρύση.

 

Εκεί στον πλάτανο ,που βγαίνει κατά τον Φεβρουάριο το γάργαρο και κρυσταλλένιο νερό ,δεν είναι , νομίζω , πολύ δύσκολο να γίνη μια μικρή μάντρα ή κάτι άλλο, που οι πέτρες εκεί γύρω αφθονούν και ο χώρος να γίνη όμορφος και η ιστορικότητά του να αναδειχθή; Το έχω ξαναγράψει στην εφημερίδα μας, θα το θυμίσω πάλι, ότι γύρω από αυτόν τον πλάτανο και τον άλλο τον πολύ μεγαλύτερο , κάπου 25 μέτρα ύψος, όπου γύρω του έβγαινε άμπουλας το νερό που ήταν στην άκρη του χωραφιού του Στασινάκου και ο μπάρμπα Νίκος ο μακαρίτης του έβαλε φωτιά για να κάψη τα Σερσέγκια που είχαν φωλιά στην κουφάλα του, έγινε στα τέλη του Μαϊου του 1821 η μεγάλη μάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων του Λάλα, όπως γράφει ο ιστορικός Δ. Κόκκινος από τον Πύργο (Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως - βραβείον Ακαδημίας Αθηνών). Νομίζω μια πινακίδα , με αναφορά στο ιστορικό εκείνο γεγονός , επιβάλλεται να γίνη και πρίν οι τοπικές Αρχές του Νομού μας τιμούν τους νεκρούς στο Πούσι κάθε Ιούνιο, θα πρέπει πρώτα να τιμήσουν τους νεκρούς της Μεγάλης Βρύσης.

 

Δεν είναι μόνο οι πολλές κλάρες και τα βάτα στην Μεγάλη Βρύση , είναι και στον δρόμο από την Δέση προς την επάνω Ρούγα και στού Γκουρμάδη , όπου εκεί οι βατώνες και αγράμπελες θέριεψαν και σε λίγο καιρό δεν θα περνά ούτε φίδι. Σε πολλές μεριές τα νερά τρέχουν μέσα στους δρόμους και το τσιμέντο που έχει πέσει θα ξεφτίση ,επομένως έγινεάδικος κόπος. Είμαι βέβαιος ότι οι μεγάλοι , στην ηλικία, συγχωριανοί μας, εάν μπορούσαν, θα είχαν με τα χέρια τους φτιάξει τους χαλασμένους δρόμους, δεν θα άντεχαν να τους βλέπουν στην κατάσταση που είναι σήμερα.

 

Το παρόν και το μέλλον μιας χώρας, μιας κοινωνίας είναι οι νέοι της άνθρωποι. Το ίδιο ισχύει για την μικρή και όμορφη κοινωνία του χωριού μας . Σ’ αυτήν στηρίζεται το σήμερα και το αύριο της Πέρσαινας. Εάν αυτοί οι νέοι οραματίζονται, σχεδιάζουν, προγραμματίζουν και ενεργούν όπως πρέπει όλα θα πάνε καλά.

 

Δεν γνωρίζω πως γίνονται σήμερα τα Δημοτικά πράγματα στον τόπο μας. Νομίζω όμως πως κάποιοι εκλέγονται από το χωριό μας, αυτοί πρέπει να υποδείξουν και να πιέσουν τον Δήμαρχο το Δασαρχείο, τον Νομάρχη και όπου αλλού είναι δυνατόν για να γίνουν οι δρόμοι του χωριού. Φέρτε μια μπολτόζα και φτιάξτε τους δρόμους εκείνους που εσείς καθημερινά περνάτε με τις οικογένειές σας και τα μηχανήματά σας, που με πολύ κόπο και ιδρώτα αποκτήσατε, συντηρείστε τους ώστε να μην κινδυνεύετε περνώντας τους.

 

Θυμηθείτε τους παππούδες, τους πατέρες μας και το ενδιαφέρον τους για το χωριό μας . Οι χαρακτηρισμοί για τους ανθρώπους, θετικοί ή αρνητικοί , δεν δίνονται τυχαία, οι πράξεις και τα γεγονότα τους αποδίδουν.

 

Ο Σεπτέμβρης έφθανε στο τέλος του, ο τρύγος μόλις είχε τελειώσει και το κρύο άρχισε να γίνεται αισθητό και έντονο. Τα φύλλα στα δένδρα άρχιζαν να κιτρινίζουν, τα χελιδόνια και τα’ αηδόνια έφευγαν για τις θερμές χώρες και από τα βόρεια μέρη έτοιμα να έλθουν στον τόπο μας τα χειμωνιάτικα πουλιά, οι φάσσες πρώτα και μετά τα κοτσύφια ,οι τσίχλες οι μπεκάτσες και άλλα πολλά.

 

Οι λίγες βροχές που είχαν πέσει, εδρόσιζαν κάπως την διψασμένη γή από τις μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού και τα πρώτα χορταράκια έκαναν την εμφάνισίν τους μαζί με τα κυκλάμινα και τα μανιτάρια. Μέσα σ’ αυτήν την αλλαγή του καιρού οι Περσαιναίοι ψάχνουν στις χαμοκέλες και στα κατώγια τα σύνεργά τους ,τ’ αλέτρι, τις λαιμαργιές, τα παλαντζόνια, τις αξίνες και τους κασμάδες. Η ώρα της σποράς έφθανε. Η σεμπριά από καιρό είχε συμφωνηθεί και το ζευγάρι έτοιμο να μπεί στους κήπους πρώτα για να σπείρουν τα γρασίδια, που θα γίνουν το βόσκημα των μαρτινιών στις δύσκολες ημέρες του χειμώνα.

 

Μερικές βροχές ακόμη, για να ποτισθή καλά η γή και αρχές Νοεμβρίου τ’ αλέτρι έσκιζε το χώμα των χωραφιών μας . Δεν υπήρχε περιοχή του χωριού που εκείνες τις ημέρες να μην άκουγες τον ζευγολάτη να φωνάζη τα ζά του πότε με λόγια γλυκά, πότε με βλαστήμιες και άλλα κοσμητικά επίθετα, όταν αυτά δεν ήθελαν να ανέβουν σε πλαγερά χωράφια για να τα οργώσουν. Συνηθισμένα πράγματα στους περσαιναίικους τόπους.

 

Όταν η μέρα είχε «πάρει» για τα καλά , άνθρωποι και ζά έφθαναν στο χωράφι με τον σπόρο, τα λιπάσματα και τα’ άλλα σύνεργα, αρχίζοντας την δουλειά. Πρώτα άνοιγαν τις σποριές, που ήταν αυλακιές από την μια άκρη του χωραφιού μέχρι την άλλη, τρία με τέσσερα μέτρα απόσταση η κάθε μια, ως οδηγό τους , για να ξέρουν που έχουν ρίξει σπόρο και λίπασμα.

 

Σπόρος σταριού πανάρχαιος «ελληνικός» έπεφτε στο όργωμα, που ποιός ξέρει πότε η Μητέρα Γή εδημιούργησε και η Ελληνίδα Θεά Δήμητρα εχάρισε πρώτα στον Τριπτόλεμο, τον γιό του βασιλιά της Ελευσίνος Κελεού και αυτός με την σειρά του τόδωσε στους Έλληνες για να γίνη η βασική τροφή τους. Ασπροσίτι και μαυραγάνι το όνομά τους. Τα έλεγαν έτσι γιατί ο καρπός του πρώτου ήταν «άσπρος» και το άγανο του δευτέρου μαύρο .Αυτά τα δύοείδη σταριού φύτρωναν για χιλιάδες χρόνια στην ελληνική γή, όπως έχουν βρεθεί σε αρχαιολογικές ανασκαφές.

 

Οι καιροί αλλάζουν και οι άνθρωποι καταφέρνουν απίστευτα πράγματα μέσα από τις επιστήμες, που τα βλέπομε γύρω μας. Έτσι στην δεκαετία του έτους 1940, ενώ στην Ευρώπη μαίνεται ο φονικώτερος πόλεμος στην ανθρώπινη ιστορία , στην Αμερική (ΗΠΑ) γίνονται πειράματα φυτικών διασταυρώσεων και εμφανίζονται εκεί καινούργιοι σπόροι σταριού(από τότε άρχισαν οι μεταλλάξεις και όχι πρόσφατα).Δύο από αυτούς τους σπόρους έφθασαν στην Ελλάδα ,μέσω Ιταλίας,αρχές τις δεκαετίας του 1950, η κοντέρνα και η κονταρόζα. Τα νέα είδη σταριού, που δειλά-δειλά πέφτουν στα περσαιναίικα χωράφια, εκτοπίζουν τα παλαιά γιατί είναι πιο αποδοτικώτερα, στην νοστιμιά όμως του ψωμιού, που γίνεται από τ’ αλεύρι τους, η διαφορά με το παλαιό ψωμί είναι μεγάλη .

 

Η σπορά κρατούσε τρείς με τέσσερις περίπου εβδομάδες, εφόσον το επέτρεπε ο καιρός, γιατί εκείνα τα χρόνια τα πρίν το 1965, οι βροχές έπεφταν ασταμάτητα και οι γεωργοί της περιοχής μας με δυσκολία έκαναν τις δουλειές τους. Ο χειμώνας έφερνε κρύα, πάγους, χιόνια και όταν έπεφταν με μέτρο όλα τούτα ήσαν ευνοϊκά για τα σπαρτά .Στην σειρά των εποχών ακολουθεί η Άνοιξη με τον αλλοπρόσαλλο καιρό της , πότε κρύο, πότε ζέστη , πότε δυνατές βροχές, πότε χαλάζι και τα σπαρτά μέσα σ’ αυτό το καιρικό ανακάτωμα μεγαλώνουν για να ολοκληρώσουν , στην ώρα τους, τον κύκλο της ζωής τους. Οι μέρες όλο και μεγαλώνουν, το θερινό ηλιοστάσιο ,στις είκοσι-δύο Ιουνίου, γιορτή της φύσεως στον αρχαίο κόσμο, έφερνε μαζί του την ζέστη.

 

Στις φωλιές των πουλιών τα μικρά έτοιμα για το πρώτο τους φτερούγισμα . Τα μούρα και τα κεράσια, γινωμένα πλέον, γεμίζουν τα τράστα και τα κοφίνια και στα χωράφια τα στάχυα γέρνουν , σημάδι ότι η ώρα του θερισμού έφθασε.

 

Θέρος, τρύγος, πόλεμος λέει η ελληνική παροιμία, που σημαίνει ότι όλοι μαζί αντιμετωπίζουν τις τρείς αυτές καταστάσεις. Εκείνα τα χρόνια πολλές δουλειές εγινόντουσαν με αλληλοβοήθεια, τις λεγόμενες δανεικαριές. Έτσι και στον θερισμό ο ένας βοηθούσε τον άλλον και ένα πρωινό, προς το τέλος Ιουνίου, περσαιναίοι και περσαινιώτισσες έφθαναν στα χωράφια με τα κοφτερά δρεπάνια στο χέρι έτοιμοι για τον θερισμό του σταριού.

 

Μια ,δυό και τρείς δρεπανιές και η χεριά έτοιμη, αφημένη πάνω στις καλαμιές που απομένουν από το μισό σχεδόν κόψιμο του σταριού. Πίσω από τους θεριστές ο νοικοκύρης , με άλλους δυό, μαζεύουν τις χεριές όπου έξι με επτά μαζί φτιάχνουν ένα χερόβολο. Είκοσι πέντε χερόβολα κάνουν ένα δεμάτι και ανάλογα με την ποσότητα των δεματιών και εφόσον ήταν γεμάτα καρπό έδειχναν εξ’ αρχής την καλή σοδειά του χωραφιού.

 

Με τραγούδια, αστεία και πειράγματα, μεταξύ των θεριστών, ο θερισμός συνεχιζόταν όλη την ημέρα εκτός από κανά δυό ώρες το γιόμα για φαγητό και μια ανάσα για λίγη ξεκούραση. Περίφημοι θεριστές την εποχή του 1960 ήταν ο Βάσος Σίνος και ο Νίκος του Παναή (Δημητρόπουλος). Κανένας δεν μπορούσε να παραβγή μαζί τους, τα χέρια τους , σαν μηχανές «γεννοβολούσαν» χεριές την μια μετά την άλλη σε ελάχιστο χρόνο.

 

Ο ήλιος σιγά-σιγά έγερνε, το δειλινό ήταν κοντά , το χωράφι «ξαλάφρωνε» από το βάρος του σταριού και στην τελευταία δρεπανιά η ευχή στο στόμα όλων……..και του χρόνου νοικοκυραίοι να είμαστε καλά να ξαναθερίσουμε. Ο θερισμός σ’ εκείνο το χωράφι τελείωσε, σειρά τώρα έχουν τα ζά όπου στην ράχη τους θα κουβαλούσαν τα δεμάτια στ’ αλώνια για τα’ αλώνισμα.

 

Τα αλώνια του χωριού ήσαν φτιαγμένα σε διάφορες περιοχές του. Στην Δέση ήταν των Δρακαίων, του θείου μου του Αγγελάκη,του Σπηλιογιώργη,των Πετρακαίων και λίγο πιο κάτω του παπα- Μήτσου και των Παπαδαίων στου Αρακόντη. Στου Ράπη ήταν τ’ αλώνι του πατέρα μου, του Δημητράκη (Μητρώνη) και απέναντι στου Βαρθανάση των Τσουμπαίων και λίγο πιο πέρα του Πάνου Στροφύλλα και του Κουτσοπαναγιώτη. Στο νεράκι, απέναντι από τα’ Αργυραίικα, ήταν τα’ αλώνι του Χαλικιά και στου Βαστακολέγα των Κουτσαίων με του Ρότσα (Γκουβέρου). Στην Κιάφα του θείου μου του Αγγελή του Χρόνη και στο Δέντρο κανά δυό που δεν θυμάμαι σε ποιους ανήκαν.

 

Στου Γκουγκούνη εδέσποζαν τα αλώνια των Βαβυλαίων και απέναντι του Νίκου του παπά (Καλογερόπουλου). Στου Σέρι του Στασινάκου-Μητρώνη, στα σκαλιά του γέρο-Βασίλη Αποστολόπουλου (Τσαβαλάς), στου Τσουμαϊλη του Θανάση Καπετάνιου, στην Αγ.Παρασκευή του Νικόλα Καπετάνιου και στα Σουρπέλια του Πάνου Σούτη με του Διονύση Γκουβέρου. Αλώνι είχε στου Τριθώρι και ο Βασίλης Αργυρόπουλος (τ’ Αργύρη) και στα Διακόπια ο Στασινάκος με τον Κωστάκη του Σπήλιου.

 

Τα πιο πολλά αλώνια ήσαν στον Αϊ Δημήτρη-Αρανικολάκη που δεν θυμάμαι σε ποιους ανήκαν (θυμάμαι μόνο του Λάμπη,Παναγιώτη (Μικέλη) του Πάνου της Ρούσας και του Κοντώση). Ίσως να υπήρχαν κι’ άλλα αλώνια που δεν θυμάμαι τώρα ή δεν τα πρόλαβα στις μέρες μου.

 

Στο κέντρο του αλωνιού υπήρχε ένας στύλος από ξύλο δένδρου, δυόμισυ περίπου μέτρα ύψος , το στριγερό όπως το έλεγαν. Από το στριγερό και κυκλικά απλωνόταν τα δεμάτια του σταριού με τα στάχυα προς τον Ουρανό. ΄Αλογα το χωριό μας είχε πολλά, όμορφα και δυνατά. Τρία από αυτά (συνήθως), με καινούργια πέταλα στα πόδια τους, έμπαιναν στ’ αλώνι δεμένα απ’ τον λαιμό με μια τριχιά που να φθάνη κυκλικά στ’ αλώνι ,από το στριγερό, άρχιζαν το πιλάλημα πατώντας το στάρι μέχρι που να βγή ο καρπός απ’ τα χερόβολα, απ’ το λουβί τους. Επτά με οκτώ ώρες κρατούσε το αλώνισμα .Μετά, στο τέλος , αφού ο καρπός είχε βγεί τα άλογα καταϊδρωμένα απολάμβαναν τον καρπό της βρώμης στον τορβά τους και οι άνθρωποι τον κόκκορα με χυλοπίττες της νοικοκυράς .

 

Άχυρα και καρπός, μαζεμένα σαν «βουνό» γύρω από το στριγερό, περιμένουν τον χωρισμό τους που γίνεται με τα δικριάνια στο πρώτο φύσημα του αέρα. Καμμιά δεκαριά ημέρες βαστούσε το λίχνισμα και μετά ο καρπός καθαρός έμπαινε με το κάρτο στα σακκιά και από εκεί στο χωριό για το κασσόνι του σπιτιού.

 

Έτσι γινόταν η σπορά, ο θερισμός και τα’ αλώνισμα εκείνα τα χρόνια (μέχρι το 1960). Μετά ήλθαν οι μηχανές που κατάργησαν τα δρεπάνια και τ’ άλογα.Ελπίζω να μην σας κούρασα, αλλά νομίζω ότι κάνει καλό κάπου – κάπου οι μεγάλοι σε ηλικία να θυμώμαστε τα παλιά μας « βάσανα» αλλά και να μαθαίνουν οι νεώτεροι.

 

Λάκης Α. Αργυρόπουλος