ΛΑΪΚΟΣ ΒΙΟΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΑΙΝΑΣ ΗΛΕΙΑΣ ...
«Λαϊκός Βίος και Πολιτισμός της ΠΕΡΣΑΙΝΑΣ ΗΛΕΙΑΣ
και της ευρύτερης περιοχής του οροπεδίου ΦΟΛΟΗΣ».
Το έργο καταγράφει και παρουσιάζει τα λαογραφικά στοιχεία της ευρύτερης περιοχής της Πέρσαινας, προβάλλοντας με ακρίβεια τον πολιτιστικό πλούτο των κατοίκων του χωριού, ώστε να μην τα παρασύρει στο πέρασμά του ο χρόνος και να μην χαθούν εξ' αιτίας των αναπόφευκτων αλλαγών στη ζωή των κατοίκων.
Όποιος ενδιαφέρεται να προμηθευτεί το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μας μέσα από τη φόρμα επικοινωνίας του site μας.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
"Λαϊκός βίος και πολιτισμός της ΠΕΡΣΑΙΝΑΣ ΗΛΕΙΑΣ και της ευρύτερης περιοχής του οροπεδίου ΦΟΛΟΗΣ"
της ΔΕΠΑΣΤΑ-ΑΡΓΥΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ που αναφέρεται σε στοιχεία υλικού, πνευματικού και κοινωνικού βίου, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, παραμύθια,δημοτικά τραγούδια κλπ. (299 σελίδες)
Η κατοικία ……..Τα σπίτια παλιά τα φτιάνανε με λάσπη και τότε τη λέγαμε γλίνα και σόμπολα (μικρές πέτρες), όχι με ασβέστη και διάλεγαν τη γλίνα να είναι έτσι που να μπορεί να κολλάει το σόμπολο. Στη μέση του τοίχου εβάνανε ξυλόδεση για να βαστάει το βάρος…... ……….Το πάτωμα το φτιάνανε από ξύλα δέντρινα (δρύινα) και τους τοίχους πάλι από γλίνα και σόμπολα και αφήνανε ψηλά τα παραθυράκια και στο τέλος βάνανε δυο τρία πατερά και τις μαχιές για τη σκεπή…….. Το κέντημα των ρούχων «Τα σκουτιά, που φτιάνανε, τα κάνανε με κεντίδια. Βάνανε κεντίδια στα φαντά πουκάμισα, στα μεσοφόρια και στα βελέσια και στις περσότερες κουβέρτες. Μερικές βάνανε πολλών λογιών κεντίδια, όπως λέει και το τραγούδι: «Πέρασα π’ ένα χωριό κι είδα μια στον αργαλειό Κι έφτιανε το σιγαϊτάνι, δεκοχτώ λογιών το φτιάνει». Στ’ άλλα τα ρούχα βάνανε κορδέλες, πιέττες ή ντα(ν)μτέλλες (=δαντέλλες). Τα μεσοφόρια είχανε και κεντίδια και κορδέλα στο λαιμό με πιέττες κόκκινες και λαζούρι. Το βελέσι (=είδος μεσοφοριού) ήτανε φαντό με καμούφα (=βολάν) με λιανές (=λεπτές) ρίγες λαζούρι (=μπλέ) και κόκκινες. Τα αντρικά εσώρουχα ήταν κι αυτά στον αργαλειό κεντημένα με δυο ζωνάρια μπρος και δυο πίσω και τα γυναικεία έξω από τα κεντίδια είχανε και νταμτέλλες………. Στον αργαλειό, λοιπόν, με μαλλί έφτιαχναν τα απλάδια τους (στρωσίδια για τις καλές περιστάσεις της ζωής, π.χ. τους γάμους), τα σαλάπλαδα, τις κουρελούδες τους, τις μπαντανίες και τις κουβέρτες τους καθώς και τα σαϊσματα για το παραγώνι, τα τράστα και τις γιούρτες (γυναικεία πανωφόρια). Με σπάρτο (φυτό), επίσης, έφτιαχναν διάφορα στρωσίδια που δεν υστερούσαν καθόλου σε εμφάνιση
Οι καλλιέργειες ………………..Στα δάση απ’ τα πουλιά φυτρώνουνε αγριλιές. Εμείς τις βγάζαμε, τις κεντρώναμε από ήμερη ελιά και βάναμε κεντράδια χοντρά για φαγητό ή ψιλά για λάδι. Την αφήναμε κι αυτή μετά από τρία τέσσερα χρόνια φρούτιζε (έδινε καρπό, καρποφορούσε) και γινότανε χοντρολιά (επιτραπέζια για φάγωμα) ή λαδολιά (για να βγάλει λάδι). Είχαμε και άλλες ελιές και τους δίναμε όνομα απ’ τα φύλλα τους, απ’ το χρώμα τους και από το πώς βγαίνανε. Έτσι λέγαμε : Νερολιά - τη δεύτερη ελιά, όχι την καλή Κορωναίικη – την πράσινη που δε γουρμάζει (ωριμάζει) Νταρολιά – εκείνη που δε βγάζει πολύ λάδι Νεμουτιάνικη - τη μαύρη ελιά Ασπροφύλλα – τη μαύρη που είχε άσπρα φύλλα Τσαμπιδοελιά – αυτή που οι ελιές της κρεμόσαντε σα σταφύλι…………… Ποιμενική Ζωή …………Οι βοσκοί παλιά, όταν φυλάγανε τα ζα, το λαλούσανε (=τραγουδούσαν) ή φτιάνανε γκλίτσες και τις βάνανε κεντίδια (=τις σκαλίζανε) και κάνανε τετράγωνα και τρύπες και γινόσαντε αλλιώτικη η καθεμιά. Και ξέρανε πολλά τραγούδια και του τραπεζιού και του χορού και τα λέγανε κει που πηγαίναν. Π.χ. «Γεννήσανε τα πρόβατα και κάνανε αρνάκια Βλάχα με τα σκαρπινάκια…… Ο τσοπάνης γνώριζε όλα του τα πράματα (=ζώα) από τα σημάδια που είχανε και τους έδινε ονόματα. Άμα ήταν κανένα ξεχωριστό, του κρέμαγε μεγαλύτερο τσοκάνι και με πιο ωραίο ήχο. Στα περσότερα όμως κρεμούσε όμοια τσοκάνια και ακουγόσαντε σ’ ούλο τον τόπο κι ήτανε το καμάρι της στάνης, αυτό π’ ακουγόσαντε. Ονόματα τους έδινε όπως : μετσίνα, κόμπα, ζέμπα, τινεντένια. Πρόσεχε πολύ να μη τα πιάσει το μάτι και ματιαστούνε, γιατί κι αυτά ματιάζονται, όπως οι άνθρωποι. Άμα όμως ματιαστεί κάνα ζο, φωνάζουνε κάποια που να ξέρει να βάνει κάρβουνα ή λάδι και ξεματιάζει το ζο ή άμα καμιά ξέρει ξόρκια, τη φέρνουνε και τα λέει. Κάποτε στο χωριό, ένας παπάς δεν ήθελε να κοινωνήσει μια ανιψιά του πο ‘λεγε (=που έλεγε) ξόρκια και γιάτρευε τα ζά, γι’ αυτό κι αυτή δεν πήγε στο μουλάρι του και το άφηκε να ψοφήσει. Με τα ξόρκια ό,τι και να’χει το ζο, περνάει. Διαφορετικά πηγαίνανε τα ζα στην εκκλησιά και τα γυρνάγανε τρεις φορές γύρω γύρω από την εκκλησιά και τα βάνανε να πιλαλάνε (=τρέχουν). Αρρωσταίνανε τα πρόβατα καμιά φορά και άμα του Αη Βασιλιού έβρεχε, τη μέρα π’ αρχίζει ο χρόνος, πιάνανε βδέλλα και αδυνατίζανε. Όταν κάποιο ζο ήτανε άρρωστο, του κόβανε λίγο το αυτί για να τρέξει λίγο αίμα και γινότανε καλά………. Η λεχώνα ……Οι λεχώνες δεν βγαίνουνε από το σπίτι και άμα θελα βγούνε πρέπει να πιάσουν σίδερο. Ούτε αν πεθαίνει κανένας, πηγαίνει η λεχώνα, ούτε όταν παντρευτεί κανένας. Κάθεται κλεισμένη μέσα. Αν συναντήσει νύφη μια ασαράντηγη(πριν συμπληρωθούν οι σαράντα μέρες της λοχείας)που μόλις έχει παιδοκομίσει (γεννήσει), πρέπει να αλλάξει με τη νύφη δεκάρες. Όταν μια γυναίκα είχε πολύ γάλα και δεν της σταμάταγε, έπαιρνε τρία κάρβουνα τα έσβηνε με το γάλα της και δεν τα πέταγε. Τα συγύραγε σ’ ένα μέρος και αν το παιδάκι της ήθελε κι άλλο γάλα, τότε τα ξανάναβε…… Παραμύθι Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε μια γυναίκα κι είχε τέσσερις νυφάδες. Ήτανε όμως πολύ κακιά πεθερά και τις νυφάδες τις βασάνιζε, ούτε να φάνε τις άφηνε, ούτε τίποτα. Αν ήθελε, τους έδινε εκείνη να φάνε, αν δεν ήθελε, μένανε νηστικιές. Τα παιδιά (=τα αγόρια) όμως την αγαπάγανε τη μάνα τους, γι’ αυτό οι νυφάδες δεν μπορήγανε να πούνε και τίποτα. Μια μέρα έστειλε η πεθερά τις νυφάδες στο ποτάμι να πλύνουνε και φαΐ δεν τους έδωσε να φάνε. Άμα πέρασε η ώρα, λέει η μια νύφη : «Καθίστε εσείς εδώ κι εγώ θα πάω να φέρω να φάμε». «Πώς θα πας, αφού είναι η πεθερά στο σπίτι και δε θα σ’ αφήκει;» τις λένε οι άλλες. «Εγώ θα πάω και μιλείτε καθόλου εσείς» λέει. Κινάει, που λέτε, και πάει στο σπίτι και βρίσκει την πεθερά. «Πεθερά, θέλω να με κουνιαρίσεις (=να με κάνεις κούνια)», της λέει. Δεν ήθελε η πεθερά, αλλά το ’πε, το’ ξανάπε κείνη, την κατάφερε. Παίρνει ένα σκοινί, το κρεμάει στο πατερό και άρχισε η πεθερά να την κουνιαρίζει. Την κουνιάρισε κει κάμποση ώρα και της λέει μετά η νύφη : «έλα τώρα να σε κουνιαρίσω εγώ». Ανεβαίνει η πεθερά στην κούνια, δίνει μια η νύφη, την πέταγε ως τον τοίχο, δίνει άλλη μια, πήγαινε η κούνια απ’ άκρη σ’ άκρη. Πήγαινε τόσο ψηλά που ζαλίστηκε η γρια, έγινε κουρέλι. Πάει τότε η νύφη και φτιάνει κουρκούτι καυτό και της το ρίχνει στο λαιμό της γριάς μ’ ένα χωνί και την έκαψε και δεν μπορούσε κείνη να πει τίποτα. Παίρνει τότε φαΐ, ψωμί, το πάει στις άλλες τις νυφάδες και τρώνε. Ρωτάγανε οι άλλες, πώς τα κατάφερε και τα’φερε. «Μη ρωτάτε ντιπ και τρώτε» τους έλεγε. Γυρνάνε το βράδυ σπίτι οι άντρες τους, πάει η γρια να τους πει τι έγινε, μόνο γλου, γλου έκανε. Κανείς δεν την καταλάβαινε. Φωνάζουνε το γιατρό να τη γειάνει (=θεραπεύσει), δεν μπορούσε. Όλο γλου, γλου. «Τι λέει;» Ρωτάγανε τα παιδιά την πρώτη νύφη, αυτήνε πο’ χε κάνει τη δουλειά. « Να γράψετε την πιο πολλή περιουσία σε μένα», έλεγε η νύφη, «για να περνάμε πιο καλά». Έτσι την ξεφορτωθήκανε οι νυφάδες την κακιά την πεθερά και αρχίσανε να περνάνε καλά……… Παράδοση Το 1918 είχε πέσει γρίπη στο χωριό κι οι άνθρωποι πεθαίνανε. Κι όσοι μένανε, τραβάγανε το σάισμα των αλλωνών για να βγει η ψυχή τους και να μην παιδεύουνται (=έκαναν με αυτό τον τρόπο ένα είδος ευθανασίας). Στείλανε λοιπόν στον Ασκητή, που είναι ένα «μοναστήρι» (=ιερός τόπος, εκκλησάκι) κοντά στο χωριό να φέρουνε την Αγία Ζώνη. Το εκκλησάκι αυτό είναι μέσα σε μια σπηλιά στη ρεματιά κοντά στο Γούμερο και εκεί είναι και σταλακτίτες και στάζουνε. Φέρανε λοιπόν την εικόνα από κει και σταμάτησε το κακό. Κι άλλες φορές έχει σώσει η Παναγία από τον Ασκητή. Και βροχή έφερε, όταν δεν έβρεχε και όποιος τον έχει πειράξει ο απ’ όξω (=ο δαίμονας) έγινε καλά και αρρώστους έγειανε (=θεράπευε, γειαίνω<από το υγεία). Γιατί σηκωνόντουσαν οι αρρώστοι και πηγαίνανε στον Ασκητή και άμα έπεφτε επάνω τους η στάλα (από το σταλακτίτη) γινόσαντε καλά. Αν ήτανε πολύ άρρωστοι, πηγαίναν οι δικοί τους να τους φέρουνε τη στάλα και στο δρόμο ούτε καλημέρα δεν έκανε να πούνε σ’ αυτούς που απαντούσανε. Αν όμως δεν τα καταφέρουνε να πιάσουνε τη στάλα, γιατί αυτή δεν πάει ολοένα στο ίδιο μέρος, ο άρρωστος δεν έχει ζωή….. Προλήψεις, Λαϊκές δοξασίες Κάθε σπίτι έχει και το φίδι του και κανένας δεν κάνει να το πειράζει. Είναι ο οδηγός του σπιτιούκαι αυτούς που μένουνε μέσα δεν τους τρώει. Γι’ αυτό είναι κακό να το σκοτώσει κανείς. Άμα το σκοτώσουμε, ως και άνθρωπος μπορεί να πεθάνει. Όταν ακούγαμε κούκο, ρωτάγαμε : Κούκο μου, καλέ μου κούκο πόσα χρόνια θες να ζήσω; Και όσες φορές ακούγαμε τα κούκου, τόσα χρόνια θελα ζήσουμε. Κάτω από καρυδιά και από συκιά, δεν κάνει να κοιμάται ο άνθρωπος , είναι βαρύς ο ίσκιος τους. Και γι’ αυτό βρίσκουμε άλλα δέντρα και κοιμόμαστε και αν είναι να μείνουμε νύχτα έξω, βάνουμε πάντα ένα μαυρομάνικο μαχαίρι στο μαξιλάρι μας και τίποτα δε μας πλησιάζει τη νύχτα, ούτε το απ’ όξω (=ο διάβολος). Δεν κάνει όμως να το μελετάμε το απ’ όξω, γιατί - να χτυπήσουμε και ξύλο - άμα σου παρουσιαστεί, μόνο για κακό είναι. Και λένε στο χωριό μας για να χαθεί : «μπαρούτι και στάχτη από δω». Οι άνθρωποι εδωπέρα όλο στην εκκλησιά πάνε και ό,τι και να θέλουνε από κει το γυρεύουνε, ο Θεός θενά τους δώσει, όχι το απ’ όξω, που κάνουνε αλλού χίλια δυο και παίρνουνε και βοτάνια κα τέτοια για να πετύχουνε κάτι. Όποια θέλει, κάνει δώραστην εκκλησιά εικόνες, λαμπάδες ή κάνα σκέπασμα για την Αγία Τράπεζα ή κάνει τάματαγια να γιατρευτεί κάποιος απ’ το σπίτι της. Έτσι ξέρουμε πολλές που κεροζώνουνε την εκκλησία, πάνε ξυπόλητες ακόμα και σ’ άλλο χωριό -να’ναι τη μέρα που γιορτάζει ο Άγιος- πάνε σ’ ένα ξένο χωριό και γυρνάνε σπίτι-σπίτι και μαζεύουνε λάδι, στάρι, λεφτά, για να τα πάνε στον Άγιο, ακόμα και δικά τους να’ χουνε, θελα το κάνουνε αυτό………..
Λαϊκή ιατρική ……..Όταν αρρώσταινε κανένας του σπιτιού του κάνανε εντριβή με πετρέλαιο ακάθαρτο ή με την πρώτη στάλα από το ούζο. Φτιάχνανε και από ρετσίνι απ’ την πεύκα τσάπα (=είδος έμπλαστρου) και το βάνανε και πέρναγαν τα πονίδια. Παίρνανε και βεντούζες και όταν τους πόναγε το στομάχι ή τα νεφρά πίνανε αγριάδα ή άλλα χορταρικά. Και το χαμομήλι είναι καλό κι η κουτσουνίδα (=τσουκνίδα) και η μαλαρίδα για την ελονοσία. Ήτανε πολύ πικρή η μαλαρίδα, όταν την αφήναμε στο ποτήρι, αλλά ήτανε πολύ καλό φάρμακο. Δοκιμάζανε όλοι και τους έκανε καλό και πέρναγαν οι αρρώστιες…… Άμα κανένας είναι κρυωμένος, φτιάνουμε μενουδέλι (=φιδέ) με κρασί και το πίνουνε καυτό και περνάει το κρύωμα. Το νεροκολόκυθο είναι καλό, όταν έχει κανένας μέσα του φαρμάκι (=όταν έχει πάθει δηλητηρίαση). Ρίχνεις μέσα στο ποτήρι δυο κομματάκια και τ’ αφήνεις όλη νύχτα. Και το πίνεις το πρωί και φεύγει το φαρμάκι. Για να μη βγάζει κανένας μπαρμπαβίτσες (=εξανθήματα) δεν κάνει να μετράει τα αστέρια….. Όταν ένας βγάλει κριθαράκι, παίρνει μια, που να ξέρει και λέει αυτός που το’χει: - τι θερίζεις; - Θερίζω το κριθαράκι - στου διαόλου τη μερίδα στου Τριθώρη. (μια τοποθεσία έξω από το χωριό) Εκεί να πάει. Όταν πονάει το μάτι κι είναι κόκκινο, παίρνουνε ελιά και μαυρομάνικο μαχαίρι. Περνάει μετά, γιατί αυτό το πράμα είν’ απ’ όξω (=δαιμονικό). Λένε, όπως και για το κριθαράκι: - στου διαόλου τη μερίδα στου Τριθώρη..»…… Ουράνια σώματα – φυσικά φαινόμενα : δοξασίες Τα αστέρια που ξέρουμε στο χωριό είναι πολλά. Κανένας δεν κάνει να τα μετράει όμως. Αυτά που γνωρίζουμε με τα ονόματά τους είναι η Πούλια, ο Αυγερινός, η Αλετροπόδα, η Σπάθη, η Στρούβα, η Μαρουδή, ο Γιάννος. Η Σπάθη έχει τρία αστέρια. Η Αλετροπόδα έχει τέσσερα και είναι όπως του γεωργού το αλέτρι. Η Πούλια ξεκινάει από ανατολικά και πάει προς τη Δύση. Βασιλεύει στις 18 Νοέμβρη και λένε : ‘Η Πούλια βασιλεύοντας, ο καλός ζευγολάτης αποσπέρνει.’ Και λένε ακόμα : ‘ η Πούλια βασιλεύουσα και πίσω παραγγέλλουσα: ούτε τσοπάνης στο βουνό, ούτε καράβι στο γιαλό, ούτε ζευγάς στον κάμπο.’ Ο Αυγερινός είναι ένα φωτεινό αστέρι που βγαίνει στην ανατολή και φωτίζει μέχρι το πρωί και τον λέμε και Νυχτοκόπο. Ο Γιάννος είναι αστέρι στα βουνά κι η Μαρουδή στους κάμπους. Και ξέρουμε και ένα τραγούδι γι’ αυτούς: Ο Γιάννος και η Μαρουδή σ’ ένα σκολειό πηγαίνανε Ή σ’ ένα σκολειό (διαβάζανε). Ο Γιάννος γράφει στο χαρτί κι η Μαρουδιώ στην πλάκα. Ή Γιάννος μαθαίνει γράμματα κι η Μαρουδιώ τραγούδια. Όταν είναι λιόκριση (=γέμιση του φεγγαριού) δεν κάνει καμιά να πλένει τα ρούχα της, για να μη σκιστούνε. Όταν ρίχνει κοκορόβι (=χαλάζι), γυρίζουνε μια πυροστιά ανάποδα ή χτυπάνε την καμπάνα για να σταματήσει. Όταν έχει πολύ αέρα και σηκώνεται σκόνη, λένε ‘άρατα-πήρατα’ για να διώξουνε τα αερικά. Όταν βρέχει πολύ, λένε πως θέλει ο Θεός να βουλιάξει τον κόσμο κι όταν έχει ξέρα (=ανομβρία, ξηρασία) και έχει πολύ καιρό να βρέξει, μαζεύουνται όλοι και κάνουνε λιτανεία και ψέλνουνε ούλοι, μα πιο πολύ τα μικρά παιδάκια ‘Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον’.. ……… Προβλέψεις για την αλλαγή του καιρού ………Όταν λαλάει ο κότσυφας το Γενάρη δείχνει χειμώνα βαρύ. Το καλοκαίρι, όταν λαλεί ο γούβης (=μπούφος), φέρνει βροχή και όταν λαλεί το κλαψοπούλι (=κουκουβάγια) έρχεται ξέρα. Γι’ αυτό λένε : «Ο γούβης κράζει για νερό κι η κουκουβάγια ξέρα, Ο γούβης βγήκε αληθινός κι η κουκουβάγια ψεύτρα». Όταν λαλούνε τα κοκόρια από βραδιού, θελα χαλάσει ο καιρός. Όταν βλέπουμε τα χιλιδόνια να πετάνε χαμηλά, είναι σημάδι ότι θα χαλάσει ο καιρός, γιατί κατεβαίνουν χαμηλά τα κουνούπια, κατεβαίνουν και τα χιλιδόνια για να τα πιάσουνε. Όταν το σκυλί έχει τη μουσούδα του προς τον πισινό, τη μέρα του Αη Γιαννιού του Ριγανά, θα κάνει χειμώνας μεγάλος. Όταν η γάτα νίβεται προς το νοτιά, έρχεται νερό (=βροχή) κι όταν πάει και μαζεύεται πλάι στη γωνιά πάλι βροχή έρχεται. Όταν βλέπεις το γουρούνι να χορεύει (=να είναι ανήσυχο, να γυρνάει γύρω γύρω), ν’ αρπάζει ξύλα, να μαζεύει σανό, έρχεται βροχή. Άμα τα αναμμένα κάρβουνα πετάνε σπίθες τριγύρω ή
άμα γεμίζει το σπίτι κάπνα από τη γωνιά, τότε θα κάνει μεγάλη κακοκαιρία………. Εορτολόγιο Υπάρχουν διάφορες συνήθειες στην περιοχή ανάλογα με τη γιορτή - τ’ Αη Γιάννη του Νηστευτήνηστεύουμε στο χωριό για να’ μαστε γεροί, γιατί εκείνος μας φυλάει από την ελονοσία και άμα δε νηστέψουμε, θα’ χουμε ελονοσία όλο το χρόνο.
- την πρώτη του Σεπτέμβρηκάνουμε αγιασμό, γιατί είναι σαν αρχιχρονιά.
- στις 2 του μηνός γιορτάζουμε του Αγίου Μάμανταπου γιατρεύει τις κατσίκες και τα μαρτίνια, όταν είναι άρρωστα.
- στις 14 του Σεπτέμβρη, του Σταυρού, κάνουμε λειτουργία και αγιασμό. Γυρνάνε οι παπάδες στα σπίτια και ευλογάνε. Ανήμερα φυτεύουνε και καρυδιέςγια να γίνονται τα καρύδια σταυρωτά. Αυτές πιάνουνε κι όταν τις μεταφυτεύουνε βγάνουνε τρία τρία τα καρύδια σε κάθε κλαράκι. Αυτή τη μέρα τρώμε μόνο σταφύλια και σύκα.
- Του Αγίου Δημητρίουπηγαίνουμε στο ερημοκκλήσι που’χουμε στο νεκροταφείο και διαβάζουμε τρισάγια στους τάφους. Παλιότερα ανοίγαμε και τα καινούργια κρασά (=κρασιά).
- Στη γιορτή των Αγίων Αναργύρωνστη μια του Νοέμβρη, πιο πέρα απ’ το χωριό, στο Αντρώνι, φτιάνουνε κουλούρα με κεντίδια και τρέχουνε δυο παιδιά ξυπόλητα και όποιο βγει πρώτο, μετά τη λειτουργία, την παίρνει την κουλούρα……….
Paragraph.
Συνολικός αριθμός επισκέψεων