ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
ΚΑΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΕΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ
ΠΑΛΑΙΑ ΠΕΡΣΑΙΝΑ
(Α'
ΜΕΡΟΣ)
Ανάλογα
με την έκταση , τα προϊόντα που παράγει
ο τόπος και τις γενικές δραστηριότητες
των ανθρώπων της , η Πέρσαινα ,ήταν
στα τέλη της δεκαετίας του 1960 το δεύτερο
χωριό στην Ηλεία σε οικονομική ανάπτυξη.
Αυτό το έλεγε
ένας δικός μας άνθρωπος ,ένας Περσαιναίος
που τίμησε τον τόπο που γεννήθηκε και
δεν ήταν άλλος από τον μακαριστό Χρήστο
Ζαχ. Καλογερόπουλο, ο
Χριστόδουλος όπως σε εμάς τους
Περσαιναίους ήταν πιο γνωστός, ο
οποίος έφθασε σε ‘Υπατα αξιώματα της
Ελληνικής Δικαιοσύνης.
Σε
έκδοση δε ,υπό την αιγίδα της Βουλής των
Ελλήνων, για
τους πιο σημαντικούς ΄Ελληνες της
χρονιάς του έτους 1976,η φωτογραφία και
το βιογραφικό του σημείωμα κοσμούσαν
τις σελίδες της, αναφέροντας
το χωριό μας.
Τα
λεγόμενα του Χριστόδουλου για το χωριό
μας είχαν βάση ,γιατί από την θέση
που τότε κατείχε (Συμβούλιο Επικρατείας)
,εγνώριζε στοιχεία που το κατέτασσαν
στην σειρά που προανέφερα. Πράγματι
, οι Περσαιναίοι τον καιρό εκείνο ,αλλά
και μερικά χρόνια αργότερα , ήσαν πολύ
εργατικοί και δημιουργικοί ,σε
σημείο τέτοιο ώστε να αποκαλούνται από
τους κατοίκους των γύρω χωριών και από
κρατικούς Αξιωματούχους του Νομού μας
(Νομάρχη-Δασάρχη) Σκούρκοι , δηλαδή οι
δραστηριότητες και η εργατικότητά των
επαρομοιάζοντο με τα μαύρα και μεγαλόσωμα
έντομα τους Σκούρκους, που δεν κάθονται
ούτε στιγμή στην διάρκεια της ημέρας.
Τα
βιβλιάρια καταθέσεων στις Τράπεζες του
Πύργου άνοιγαν το ένα μετά το άλλο και
τα πρώτα αγορασμένα από Περσαιναίους
γεωργικά μηχανήματα (τρακτέρ) έκαναν
την εμφάνισή τους ,αντικαθιστώντας έτσι
τα « τρακτέρια» που ερχόντουσαν από την
Αχλαδινή του Λάλα και κυρίως από την
Ανδραβίδα του Φανού.Ο νέος τρόπος
καλλιέργειας με τα τρακτέρ αφορούσε τα
χωράφια της Κάπελης ,που οι Περσαιναίοι
από το έτος 1950 και μετά άρχισαν
σιγά-σιγά να «διώχνουν» από αυτήν τους
παλαιούς ιδιοκτήτες της Μηλιώτες και
Δουκαίους, ώστε
σήμερα τα όρια του χωριού μας να είναι
πέρα από τον Αϊ Γιώργη(Κάπελης)και μια
ανάσα από την Γιάρμενα.
Έτσι,
τα δεκατέσσερα τετραγωνικά χιλιόμετρα
εκτάσεως , που είχε η Πέρσαινα κατά την
απογραφή του 1971, να έχουν υπέρ διπλασιασθεί
και σήμερα να θεωρείται ένα από τα
μεγαλύτερα χωριά της περιοχής σε εδαφική
περιφέρεια.
Στα
παλιά χωράφια ,όπως είναι γνωστό , το
όργωμά τους γινόταν με τον πανάρχαιο,
τον παραδοσιακό
τρόπο ,αυτόν του αλετριού με τα άλογα ή
ότι ζευγάρι ζά είχε η κάθε οικογένεια
.Σ’ εκείνον τον τρόπο καλλιέργειας
έβλεπες την μαστοριά ,την τέχνη ,την
αγάπη και πάνω απ’ όλα τον σεβασμό που
έτρεφαν οι Περσαιναίοι προς την γη ,που
δίνει τα πάντα για την επιβίωση όσων
η ίδια εγέννησε. Ο
ζευγάς ή ζευγολάτης ,όργωνε το χωράφι
με το ξύλινο και αργότερα το σιδερένιο
αλέτρι και πίσω του οι γυναίκες
(συνήθως) με
την αξίνα ή τον κασμά ,ίσιωναν τις
αυλακιές σκεπάζοντας τον σπόρο και
ομορφαίνοντας το όργωμα. Αναβόλα
χέρσα δεν έβλεπες , όχθο απεριποίητο
πουθενά ,ως και οι άγονες λάκες και
ρεματιές είχαν την σωστή φροντίδα των
συγχωριανών μας. Γιά
τα περιβόλια τους δεν γίνεται λόγος
,αφού σ’ αυτά από τον Μάϊο μέχρι τον
Οκτώβριο αφιέρωναν αρκετό χρόνο
πότε σκαλίζοντας και φυτεύοντας,
πότε ποτίζοντας
και τέλος ,στην εποχή τους ,έπαιρναν
τους καρπούς των .
Οι
δρόμοι προς τα χωράφια είχαν και αυτοί
την «χάρη» τους ,παρά τις διάφορες
εδαφικές ανωμαλίες ήσαν ευκολοδιάβατοι
. Αυτό είχε επιτευχθεί με δύο τρόπους .
Ο πρώτος τρόπος ήταν η προσωπική εργασία
, όπως έλεγαν τον θεσμό αυτόν
,δηλαδή κάθε άνδρας του χωριού έπρεπε
μέσα σ’ ένα χρόνο να προσφέρη
εργασία σε κοινωφελή έργα της
κοινότητος ,μερικά μεροκάματα , δέκα
έξι και μετέπειτα δώδεκα, εάν θυμάμαι
καλά. Οι εργασίες αυτές εγίνοντο
πάντοτε Κυριακές , όπου μετά την Λειτουργία
κτυπούσε η μεγάλη καμπάνα ,καλώντας
τους χωριανούς στην προσωπική εργασία
τους . Με αξίνες ,κασμάδες, τσεκούρες,
φτυάρια, κασιάρες και ό, τι άλλο εργαλείο
ήταν χρήσιμο, ξεκινούσαν για το μέρος
του δρόμου που έπρεπε να επισκευαστή .
Ο δεύτερος τρόπος και ουσιαστικός ήταν
το ατομικό ενδιαφέρον του κάθε Περσαιναίου
για τον δρόμο που οδηγούσε στα χωράφια
του , που τον έφτιαχναν πολλές φορές
μόνοι τους. Έτσι οι ίδιοι και τα ζωντανά
τους περνούσαν από τους δρόμους με
σιγουριά ,με ασφάλεια.
Καταλαβαίνετε
τώρα γιατί τους Περσαιναίους ,τα χρόνια
εκείνα ,τους αποκαλούσαν Σκούρκους. Δεν
είχαν ησυχία πουθενά ,πότε στα χωράφια
, πότε στις πεύκες , στ’ αμπέλια , στα
καμίνια, αλλά και στην Αμαλιάδα για τις
δουλειές της σταφίδας.
Όμως
τα χρόνια περνούν και η ζωή κυλά γρήγορα,
σαν το νεράκι της παλαιάς βρύσης στου
Κροσπήλιου στο παλαιό χωριό, εκεί που
άλλοτε ήταν η μεγάλη Αριά ,που παίρνει
τον κατήφορο και βιάζεται να φτάση
γρήγορα στον προορισμό του ,που δεν
είναι άλλος από την θάλασσα στο Κατάκολο.
έτσι και οι γενιές εκείνες των Περσαιναίων
,των δουλευταράδων Περσαιναίων ,που η
γή ετρόμαζε
όταν στα χέρια τους έπιαναν τον κασμά
ή την αξίνα, έφυγαν από την ζωή ,έκλεισε
ο κύκλος τους ,αφήνοντας δε ,όπως σήμερα
φαίνεται, μεγάλο κενό στον τόπο μας.
Πέρα
από την συγγενική αγάπη και την απουσία
από τις οικογένειές τους , είναι φανερό
ότι λείπουν από τα χωράφια, τα περιβόλια,
τις ελιές και από τους δρόμους . τους
δρόμους που εκείνοι περιδιάβαιναν. Στα
χρόνια τους δεν έβλεπες κλάρες και βάτα
στους δρόμους , έτοιμα να σου βγάλουν
τα μάτια περνώντας.
Ο
δρόμος προς το παλαιό χωριό ,έγινε στις
αρχές του έτους 1950, με κασμάδες και
αξίνες , δηλαδή με πολύ κόπο και ιδρώτα.
Λίγα χρόνια μετά ήλθε η μπο(υ)λτόζα και
τον διαπλάτωσε, από τότε μέχρι σήμερα
παρέμεινε σχεδόν ο ίδιος ή σε μερικά
σημεία έγινε «χειρότερος». Τούτος ο
δρόμος είναι η ζωή του χωριού , είναι ο
πλούτος μας, αφού αυτός οδηγεί σε μεγάλο
μέρος των κτημάτων μας. Έχει αφεθεί στο
έλεος του χρόνου και ιδιαίτερα της
βροχής , κανένας δεν «φιλοτιμείται» με
μια κασιάρα, μ’
ένα βατοκόπι να κόψη τα βάτα στην Μεγάλη
Βρύση.
Εκεί
στον πλάτανο ,που βγαίνει κατά τον
Φεβρουάριο το γάργαρο και κρυσταλλένιο
νερό ,δεν είναι , νομίζω , πολύ δύσκολο
να γίνη μια μικρή μάντρα ή κάτι άλλο,
που οι πέτρες εκεί γύρω αφθονούν και ο
χώρος να γίνη όμορφος και η ιστορικότητά
του να αναδειχθή; Το έχω ξαναγράψει στην
εφημερίδα μας,
θα το θυμίσω πάλι, ότι γύρω από αυτόν
τον πλάτανο και τον άλλο τον πολύ
μεγαλύτερο , κάπου 25 μέτρα ύψος, όπου
γύρω του έβγαινε άμπουλας το νερό που
ήταν στην άκρη του χωραφιού του Στασινάκου
και ο μπάρμπα Νίκος ο μακαρίτης του
έβαλε φωτιά για να κάψη τα Σερσέγκια
που είχαν φωλιά στην κουφάλα του, έγινε
στα τέλη του Μαϊου του 1821 η μεγάλη
μάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων του
Λάλα, όπως γράφει ο ιστορικός Δ. Κόκκινος
από τον Πύργο (Ιστορία Ελληνικής
Επαναστάσεως- βραβείον Ακαδημίας
Αθηνών). Νομίζω μια πινακίδα , με αναφορά
στο ιστορικό εκείνο γεγονός , επιβάλλεται
να γίνη και πρίν οι τοπικές Αρχές του
Νομού μας τιμούν τους νεκρούς στο Πούσι
κάθε Ιούνιο, θα πρέπει πρώτα να τιμήσουν
τους νεκρούς της Μεγάλης Βρύσης.
Δεν
είναι μόνο οι πολλές κλάρες και τα βάτα
στην Μεγάλη Βρύση , είναι και στον δρόμο
από την Δέση προς την επάνω Ρούγα και
στού Γκουρμάδη , όπου εκεί οι βατώνες
και αγράμπελες θέριεψαν και σε λίγο
καιρό δεν θα περνά ούτε φίδι. Σε πολλές
μεριές τα νερά τρέχουν μέσα στους
δρόμους και το τσιμέντο που έχει
πέσει θα ξεφτίση ,επομένως έγινε
άδικος κόπος.
Είμαι βέβαιος ότι οι μεγάλοι , στην
ηλικία, συγχωριανοί μας, εάν μπορούσαν,
θα είχαν με τα χέρια τους φτιάξει τους
χαλασμένους δρόμους, δεν θα άντεχαν να
τους βλέπουν στην κατάσταση που είναι
σήμερα.
Το
παρόν και το μέλλον μιας χώρας, μιας
κοινωνίας είναι οι νέοι της άνθρωποι.
Το ίδιο ισχύει για την μικρή και όμορφη
κοινωνία του χωριού μας . Σ’ αυτήν
στηρίζεται το σήμερα και το αύριο της
Πέρσαινας. Εάν αυτοί οι νέοι οραματίζονται,
σχεδιάζουν, προγραμματίζουν και ενεργούν
όπως πρέπει όλα θα πάνε καλά.
Δεν
γνωρίζω πως γίνονται σήμερα τα Δημοτικά
πράγματα στον τόπο μας .Νομίζω
όμως πως κάποιοι εκλέγονται από το χωριό
μας, αυτοί πρέπει να υποδείξουν και να
πιέσουν τον Δήμαρχο το Δασαρχείο, τον
Νομάρχη και όπου αλλού είναι δυνατόν
για να γίνουν οι δρόμοι του χωριού. Φέρτε
μια μπολτόζα και φτιάξτε τους δρόμους
εκείνους που εσείς καθημερινά περνάτε
με τις οικογένειές σας και τα μηχανήματά
σας, που με πολύ κόπο και ιδρώτα αποκτήσατε
,συντηρείστε
τους ώστε να μην κινδυνεύετε περνώντας
τους.
Θυμηθείτε
τους παππούδες, τους πατέρες μας και το
ενδιαφέρον τους για το χωριό μας .
Οι χαρακτηρισμοί για τους ανθρώπους,
θετικοί ή αρνητικοί , δεν δίνονται
τυχαία, οι πράξεις και τα γεγονότα τους
αποδίδουν.
Λάκης Α.
Αργυρόπουλος.
Eπισκέπτες ON LINE
Συνολικός αριθμός επισκέψεων